επαλήθευση

η (Α ἐπαλήθευσις) [επαληθεύω]
1. εξακρίβωση έπειτα από έλεγχο, απόδειξη ή επικύρωση τής ορθότητας («επαλήθευση τών μαθηματικών πράξεων»)
2. πραγματοποίηση αυτού που σκέφθηκε ή φαντάστηκε κάποιος («επαλήθευση τών φόβων, τής προφητείας, τού ονείρου» κ.λπ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επαλήθευση — επαλήθευση, η και επαλήθεψη, η 1. η εξακρίβωση με έλεγχο, εάν έγινε κάτι ή δεν έγινε (ή αν έγινε σωστά ή λαθεμένα), έλεγχος: Επαλήθευση της αφαίρεσης κλασμάτων. 2. η απόδειξη από τα πράγματα ότι κάτι είναι αληθινό ή ορθό, η πραγματοποίηση εκείνου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπαληθεύσῃ — ἐπαληθεύω prove true aor subj mid 2nd sg ἐπαληθεύω prove true aor subj act 3rd sg ἐπαληθεύω prove true fut ind mid 2nd sg ἐπαληθεύω prove true aor subj mid 2nd sg ἐπαληθεύω prove true aor subj act 3rd sg ἐπαληθεύω prove true fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άτομο — Στοιχείο της φύσης που η επισήμανσή του σχετίζεται με την ιδέα του αδιαίρετου της ύλης. Ά. είναι το μικρότερο μέρος ενός στοιχείου, το οποίο διατηρεί τις ιδιότητές του και μένει αμετάβλητο στις συνήθεις χημικές αντιδράσεις. Ετυμολογικά ο όρος ά.… …   Dictionary of Greek

  • πραγματισμός — (pragmatisme). Τάση της σύγχρονης φιλοσοφίας της οποίας το όνομα (από την ελληνική λέξη πράγμα) υπογραμμίζει ότι το κριτήριο για την αξιολόγηση κάθε θεωρητικής αρχής αποτελείται από τις πρακτικές συνέπειες που προκύπτουν από αυτήν, θεμελιωτής της …   Dictionary of Greek

  • επαληθευτικός — ή, ό [επαλήθευση] αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή χρησιμεύει για επαλήθευση …   Dictionary of Greek

  • Ράδερφορντ, Έρνεστ — (Rutherford, Νέλσον, Νέα Ζηλανδία 1871 – Κέμπριτζ 1937). Άγγλος φυσικός. Αφού σπούδασε στη γενέτειρα του, πήρε το πτυχίο των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών από το Καντέρμπερι Κόλετζ του Κράιστσερτς χάρη σε διαδοχικά σχολικά βραβεία. Με… …   Dictionary of Greek

  • αιόλιος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους δεκατρείς μνηστήρες της Ιπποδάμειας, που τον σκότωσε ο πατέρας της Οινόμαος για να εμποδίσει τον γάμο της και την επαλήθευση του χρησμού πως θα τον σκότωνε όποιος τη νυμφευόταν. * * * αἰόλιος, ον (Α) Ι [Αἰολίς]… …   Dictionary of Greek

  • αλήθεια — Η ακρίβεια. Αυτό που δεν είναι ψευδές ή πλαστό. Αυτό που υπάρχει αντικειμενικά. Η πραγματικότητα. Η α. συνιστά το πρωταρχικό και δυσκολότερο πρόβλημα της ανθρώπινης γνώσης. Είναι το πρωταρχικό, στον βαθμό που η προσπάθεια για την προσέγγισή του… …   Dictionary of Greek

  • αλήθεμα — το [αληθεύω] επαλήθευση, επιβεβαίωση …   Dictionary of Greek

  • αλήθευση — η (Α ἀλήθευσις) [ἀληθεύω] νεοελλ. μελέτη, εξακρίβωση, διαπίστωση τής αλήθειας, επαλήθευση ΙΙ αρχ. αλήθεια …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.